Αλτ, τις ει; Βρε... τι μου είσαι εσύ;

Αλτ, τις ει; Βρε… τι μου είσαι εσύ;

Αλτ, τις ει; Βρε... τι μου είσαι εσύ;

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οικογένεια είναι «η φυσική και θεμελιώδης μονάδα της κοινωνίας». Αποτελείται από δύο συνθετικά: «οίκος» και «γένος». Ο όρος δεν συναντιέται στην αρχαία ελληνική περίοδο –οι πρώτες αναφορές γίνονται στα βυζαντινά χρόνια. Στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα, το αντίστοιχο αρχαιοελληνικό «οίκος» χρησιμοποιείται επίσημα μόνο για τις βασιλικές οικογένειες, ενώ στη λαϊκή γλώσσα χρησιμοποιούνται οι όροι: «φαμελιά» (από τα γαλλικά), «φαμίλια» (αγγλικά), ασκέρι (τουρκικά), «φάρα» (ταυτίζεται και με το γένος) ή και «τζάκι» (από το τουρκικό οτζάκ).

Μεγάλες οικογένειες, μεγάλα προβλήματα! Και το πιο μεγάλο, το πως ακριβώς ονομάζεται αυτή η ιδιαίτερη σχέση που έχουμε με το καθένα από τα άλλα μέλη της. Μας το ζητήσατε και σας το προσφέρουμε! Ένα γενεαλογικό δέντρο (η επάνω φωτογραφική σύνθεση), εκατόν δέκα όροι (110) μεταφρασμένοι στα ελληνικά και ένα κατατοπιστικό video, θα σας βοηθήσουν να μάθετε –και στα αγγλικά παρακαλώ– όλους αυτούς που …δεν τους ξέρει ούτε η μάνα τους!

άγαμος -ηsingle
αδελφήsister
αδελφόςbrother
αμφιθαλής αδελφόςsibling
ετεροθαλής αδελφήstepbrother, half-sister
ετεροθαλής αδελφόςstepsister, half-brother
ανιψιάniece
ανιψιόςnephew
απόγονοι, γόνοιposterity, progeny
απόγονος, επίγονοςdescendant
αρραβωνιασμένος -ηengaged
αρραβωνιαστικιάfiancée
βιολογική μητέραbirth mother
βρέφοςinfant
γάμος (τελετή)marriage, wedding
γαμπρόςbridegroom
γαμπρός (από κόρη)son-in-law
γενεαλογίαgenealogy
γενέθλιοςnatal
γιαγιάgrandmother, grandma
γιαγιά(κα), νενέnana
γιόςson
γυναίκα, σύζυγοςwife
δεσμά γάμουwedlock
δέσμευση, αρραβώναςengagement
διαζύγιοdivorce
διάσταση, χωρισμόςseparation
ετεροζυγώτης δίδυμοςfraternal twin
μονοζυγώτης δίδυμοςidentical twin
δίδυμαtwins
δίδυμη αδερφήtwin sister
δίδυμος αδερφόςtwin brother
τρίδυμαtriplets
τετράδυμαquadruplets, quads
πεντάδυμαquintuplets, quints
δισέγγονοςgreat-grandson
εγγονήgranddaughter
εγγόνιgrandchild
εγγονόςgrandson
ενήλικαςgrownup
εξάδελφος -ηcousin
πρώτος -η εξάδελφος -ηfirst cousin
δεύτερος εξάδελφος -ηsecond cousin
πρώτος εξάδελφος γονέαfirst cousin once removed
εργένηςbachelor
θείαaunt
θεία ενός γονέαgreat-aunt
θείοςuncle
θείος ενός γονέαgreat-uncle
θετή μητέραadoptive/foster mother
θετή μητέρα, παρένθετηsurrogate mother
θετός -ήfoster
θετός γονέαςfoster parent
θετός πατέραςadoptive/foster father
καταγωγή, σόιlineage

κληρονομιάinheritance, heritage
κληρονόμος (άνδρας)heir
κληρονόμος (γυναίκα)heiress
κληρονομώinherit
κόρηdaughter
κόρη εγγονιούgreat-granddaughter
κουνιάδαsister-in-law
κουνιάδος, γαμπρόςbrother-in-law
μητέραmother, mommy, mom
μητριάstepmother, stepmom
μητριαρχικήmatriarch
μητρικός -ήmaternal
νεόνυμφος -ηnewlywed
νύφηbride
νύφη (σύζυγος γιού)daughter-in-law
οικογένειαfamily
οικογενειακό δέντροfamily tree
ορφανός -ήorphan
παιδίchild
παιδική ηλικίαchildhood
παντρεύω, -ομαιwed
παππούςgrandfather, grandpa
παππούς ή γιαγιάgrandparent
παππούς, παππούληςgramp(a)
πατέραςfather
πατέρας (μπαμπάς)daddy, dad, papa
πατριαρχικόςpatriarch
πατρικόςpaternal
πατριόςstepfather, stepdad
πατρώνυμοmaiden name
πεθεράmother-in-law
πεθερόςfather-in-law
προγιαγιάgreat-grandmother
προγιαγιάgreat-grandmother
προγονήstepdaughter
προγονοίstepchildren
προγονόςstepson
πρόγονοςancestor, progenitor
προγονός, -ήstepchild
προπάππουςgreat-grandfather
προπάππους, προγιαγιάgreat-grandparent
πρώην σύζυγοςex husband, ex
πρώην σύζυγος (γυναίκα)ex wife, x
πρωτότοκος, ηfirst born
συγγένειαkinship, kindred
συγγένειες, σχέσειςrelations
συγγενήςrelative
συγγενής εξ αίματοςblood relative
συγγενολόϊ, σόϊkin
σύζυγος (άνδρας)husband
σύζυγος (γυναίκα)spouse
σύντροφοςmate
τέκνο, απόγονοςoffspring
υιοθεσίαadoption
ψυχοπαίδι, υιοθετημένος -ηfoster child

Members of the immediate family may include spouses, parents, brothers, sisters, sons, and daughters. Members of the extended family may include grandparents, aunts, uncles, cousins, nephews, nieces, and siblings-in-law.

click on the girl to see her video!

filippou.org-familytree-04

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΕ ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ